Category Archives: Σκέψεις

my tantalized spirit

Standard

This is nothing but dreaming,

Lets us on by this tremulus light!

Lets us bathe in this crystalline light!

Its Sibyllic splendor is beaming with Hope and in Beauty tonight

We safely may trust to its gleaming and be sure it will lead us aright.

Ulalume ,

E.A.POE

Advertisements

Ο Έρως φτιάχνει ποιητές

Standard

 

2893493115_6ac915b46d_s

Γύρω στα 680 π.Χ. στην Πάρο, η δούλα Ενιπώ έφερε στον κόσμο ένα αγοράκι, γιο του ξεπεσμένου αριστοκράτη Τελεσικλή. Το ονόμασαν Αρχίλοχο. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια κι έβγαζε το ψωμί του ως μισθοφόρος σε πολέμους και επιδρομές στην Ιωνία, στη Θάσο, στην Τορώνη της Μακεδονίας και στην Εύβοια. Κάποτε, ερωτεύτηκε τη συντοπίτισσά του, Νεοβούλη. Εμφανίστηκε στον πατέρα της, Λυκάμβη, και του ζήτησε να την παντρευτεί. Αρχικά, ο Λυκάμβης τον δέχτηκε. Πριν όμως να γίνει ο γάμος, το μετάνιωσε. Η Νεοβούλη παντρεύτηκε άλλον. Ο Αρχίλοχος μάνιασε. Για να εκδικηθεί, αποπλάνησε την αδελφή της Νεοβούλης και ξεκίνησε να γράφει σκωπτικούς στίχους, διασύροντας τον παρά λίγο πεθερό του και τις κόρες του και υμνώντας το κρασί. Η δύναμη των ποιημάτων ήταν τόσο μεγάλη, ώστε Λυκάμβης, Νεοβούλη και η αδελφή της αυτοκτόνησαν για να γλιτώσουν.

Όμως, ο ελλαδικός χώρος είχε αποκτήσει ένα νέο ποιητή, που δημιούργησε καινούριο είδος ποίησης. Ως τότε, μόνο η επική ποίηση υπήρχε κι αναφερόταν σε παλιότερα γεγονότα και κατορθώματα. Ο Αρχίλοχος την έφερε στο «σήμερα» και στην περιγραφή συναισθημάτων. Τα ποιήματά του είναι γεμάτα πάθος αλλά και σκωπτικότητα. Επινόησε τα ποιητικά μέτρα ίαμβος (βραχύ – μακρό) και τροχαίος (μακρό – βραχύ), απλοποίησε την ποιητική γλώσσα και την έφερε πιο κοντά στον λαό και τελειοποίησε την ποίηση των ατομικών συναισθημάτων. Θεωρείται ο μεγαλύτερος ιαμβογράφος και από τους προδρόμους της κωμωδίας. Τον είπαν «Όμηρο των ιάμβων». Η Πάρος ειδικά, του χρωστά τη διαφήμιση που έκανε στα σύκα της, τα κατακόκκινα περίφημα «αιμώνια», τα μόνα που του έλειπαν από την πατρίδα του (και τα απαθανάτισε στα ποιήματά του), όταν κάποια στιγμή ο περιπετειώδης βίος του τον έφερε μισθοφόρο στη Θάσο. Σκοτώθηκε στα 630 π.Χ., σε μια μάχη με τους Νάξιους.

 

Η ερωτική Σαπφώ

Η Σαπφώ (628 – 568 π.Χ.) ήταν από την Ερεσό (κάποιοι τη θέλουν από τη Μυτιλήνη). Στα 14 της χρόνια βρέθηκε στη Σικελία. Γύρισε στη Λέσβο στα 591 π.Χ. και μετέτρεψε το σπίτι της σε μουσικό και ποιητικό σχολείο. Σύχναζαν σ’ αυτό πολλά κοριτσόπουλα, μερικά από τα οποία έχουν απαθανατιστεί στα ποιήματά της (Ήριννα, Δαμοφίλη, Αγαλλίδα κ.ά.). Η φιλία μαζί τους που εκφραζόταν με στίχους περιπαθείς και ελευθεριάζοντες (πάντα όμως μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και ηθικών αντιλήψεων της εποχής), δημιούργησαν τη φήμη ότι ανάμεσα στην ποιήτρια και τις μαθήτριες είχαν αναπτυχθεί ομοφυλοφιλικές ερωτικές σχέσεις. Η φήμη βρήκε πρόσφορο έδαφος να γίνει αποδεκτή, καθώς οι γυναίκες της Λέσβου είχαν δυσφημιστεί κατά την αρχαιότητα ότι εύκολα ολίσθαιναν σε αισχρότητες. Από αυτή την αίσθηση, άλλωστε, προκλήθηκαν και οι όροι «λεσβιασμός» και «λεσβιακός έρωτας».

Στα κατοπινά χρόνια, έλεγαν ότι η Σαπφώ είχε ερωτευτεί τον όμορφο Φάωνα. Αυτός απέκρουσε τον έρωτά της, οπότε η ποιήτρια αυτοκτόνησε πέφτοντας από ένα γκρεμό. Οι δυο τους όμως δεν συνέπιπταν χρονικά. Ο Φάων έζησε σε πολύ μακρινή περιοχή. Ήταν ένας καλοκάγαθος γεράκος που ζούσε από τα ναύλα που εισέπραττε περνώντας με την βάρκα του ταξιδιώτες από μια ακτή σε άλλη. Ήταν τόσο καλός που έκανε τζάμπα τη διαδρομή, αν ο επιβάτης του ήταν φτωχός. Για να τον δοκιμάσει, η θεά Αφροδίτη μεταμορφώθηκε σε γριά ανήμπορη και του ζήτησε να την περάσει δωρεάν, απέναντι. Το έκανε και εισέπραξε ένα δοχείο με μαγικό μύρο. Όταν αλείφθηκε με αυτό, διαπίστωσε πως είχε ξαναγίνει νέος και πολύ όμορφος. Τόσο όμορφος που οι κοπέλες έτρεχαν ξωπίσω του, αναζητώντας τον ερωτά του. Μια από αυτές, ειπώθηκε ότι ονομαζόταν Σαπφώ. Όχι η ποιήτρια αλλά κάποια εταίρα. Τελικά, τον Φάωνα σκότωσε κάποιος αντίζηλος.

 

Δάντης και Βεατρίκη

Ο Αλιγκέρο Αλιγκέρι ανήκε σε παλιά ξεπεσμένη αριστοκρατική οικογένεια. Στα 1265, απέκτησε γιο. Τον έβγαλαν Ντουράντε. Ο ίδιος το σμίκρυνε σε Ντάντε. Δάντης για τους Έλληνες. Η μητέρα του πέθανε νωρίς, ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε. Στα εννιά του, την Πρωτομαγιά του 1274, η οικογένεια ήταν καλεσμένη στο σπίτι του άρχοντα Φόλκο Πορτινάρι. Ο Δάντης δεν είχα μάτια παρά μόνο για την κόρη του οικοδεσπότη, την επίσης εννιάχρονη Βεατρίκη. Την είδε ντυμένη στα κόκκινα, πανέμορφη, σεμνή, αξιαγάπητη. Την ερωτεύτηκε. Έγινε η αθέατη σκιά της. «Μόνο για να την θαυμάζει». Όμως, οι δρόμοι τους χώρισαν. Η Βεατρίκη χάθηκε από την ζωή του. Στα 15 του, πέθανε κι ο πατέρας του.

Στα 1283, 19χρονος πια, περπατούσε στον δρόμο όταν ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε. Στράφηκε και είδε δυο κυρίες να περπατούν έχοντας ανάμεσά τους μια πανώρια δεσποινίδα. Ήταν η Βεατρίκη, ντυμένη στα λευκά. Και τον χαιρέτησε! Κλείστηκε στο δωμάτιό του τρισευτυχισμένος κι άρχισε να γράφει το πρώτο σονέτο. Το τελευταίο γράφτηκε εννιά χρόνια αργότερα, στα 1292, και όλα μαζί αποτέλεσαν τη συλλογή «Νέα Ζωή» (La VitaNuova).

Και πάλι χάθηκαν. Στα 1298, η Βεατρίκη παντρεύτηκε ένα πλούσιο τραπεζίτη. Τον επόμενο χρόνο (1299), πέθανε. Ο Δάντης την έκλαψε. Και ήταν η πρώτη φορά που ανέφερε το όνομά της σε ποίημά του. Βρήκε εφήμερη παρηγοριά στις αγκαλιές της Πιέτρα, της Παργκολέτα, της Λιζέτα και της άγνωστης «ευγενικής κυρίας». Στα 26 του, παντρεύτηκε την Γκέμα Ντονάτι. Θα αποκτούσε πολλά παιδιά και περισσότερους μπελάδες.

Μετά από περιπέτειες, κατέληξε στην Βερόνα (1316). Εκεί τελείωσε το έργο του «Θεία Κωμωδία», το αριστούργημά του, με το οποίο ουσιαστικά η Ιταλία απέκτησε την «ιταλική γλώσσα» που αντικατέστησε τα λατινικά των λογίων. Πέθανε στη Ραβέννα στις 14 Σεπτεμβρίου 1321.

 

Πετράρχης και Λάουρα

Ο Πετράκα ήταν δικηγόρος. Εξορίστηκε από την Φλωρεντία, όταν διάλεξε να ενταχθεί σε λάθος κόμμα, όπως την είχε πάθει και ο Δάντης (1302). Κατέληξε στο Αρέτσο. Στα 1304, απέκτησε γιο τον Φραγκίσκο Πετράκα. Ο πατέρας Πετράκα έσπευσε να συναντήσει τον αυτοκράτορα της (γερμανικής) Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, Ερρίκο Ζ’, που είχε εισβάλει στην Ιταλία, κάτι που είχε κάνει την ίδια χρονιά και ο Δάντης. Κι αυτός, όπως κι ο Δάντης, απογοητεύτηκε, επειδή ο αυτοκράτορας, παρ’ όλο που πολύ το ήθελε, δεν έγινε παγκόσμιος μονάρχης.

Ο Δάντης είχε αλλάξει το μικρό του όνομα (Ντουράντε). Ο Φραγκίσκος το επώνυμο. Έγινε Πετράρκα. Πετράρχης για τους Έλληνες. Ο Δάντης ποτέ δεν εκμυστηρεύτηκε στη Βεατρίκη του τον έρωτά του γι’ αυτήν. Ο Πετράρχης έκανε την ερωτική του εξομολόγηση στην όμορφη Λάουρα, πλην όμως εκείνη του είπε «όχι». Την είχε πρωτοδεί Πάσχα του 1327. Άρχισε να γράφει ποιήματα: Σονέτα «Στη Λάουρα». Στα 1348, η Λάουρα πέθανε. Ο Πετράρχης αναδείχτηκε ο πρώτος των ουμανιστών κι ένας από τους μεγαλύτερους λυρικούς ποιητές της Ιταλίας. Στα 1341, βρισκόταν στη Νάπολη.

Ο πατέρας Βοκκάκιος ήταν έμπορος της Φλωρεντίας. Στα 1313, βρέθηκε στο Παρίσι. Μιας βραδιάς μπερμπάντεμα τον κατέστησε πατέρα του Τζιοβάνι. Ο πατέρας Βοκκάκιος γύρισε στην αγκαλιά της οικογένειάς του, στη Φλωρεντία, φέρνοντας μαζί και το μωρό. Ως τα δέκα του, ο Τζιοβάνι Βοκκάκιος μαρτύρησε στα χέρια της νόμιμης συζύγου του πατέρα του και μητριάς του. Στα 1323, στάλθηκε στη Νάπολη. Είδε την δική του αγαπημένη στα 18 του, στη λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου, στα 1331. Ήταν η Μαρία, κόρη βασιλιά, από τα δεκαπέντε παντρεμένη με τον κόμη ντ’ Ακουίνο. Την είπε «Μικρή Φλόγα» (Flammetta).

Στην πραγματικότητα, ήταν πυρκαγιά μεγάλη. Θα δούμε στη συνέχεια το γιατί.

 

Βοκκάκιος και Μαρία

Στα 1331, η Μαρία «Μικρή Φλόγα» έτρωγε τα λεφτά κάποιου πλούσιου εραστή. Ο ερωτευμένος Βοκκάκιος έγινε σκιά της. Στα πέντε χρόνια, η περιουσία του εραστή εξανεμίστηκε. Η Μαρία είπε το μεγάλο «ναι» στον νεαρό Βοκκάκιο. Τα δικά του χρήματα τέλειωσαν στον χρόνο επάνω. Η Μαρία βρήκε άλλον. Ο Βοκκάκιος βάλθηκε να γράφει. Στο 5.400 στίχων ποίημά του «Φιλόστρατος», είχε καταλήξει στην τεχνική της οκτάστιχης στροφής που έμελλε να μιμηθούν πολλοί κι ανάμεσά τους ο Αριόστο. Το ποίημα περιγράφει τον έρωτα του Τρωίλου και της Χρυσηίδας που όμως «βρέθηκε μπροστά στον ψηλό, δυνατό και όμορφο Διομήδη, πέταξε τον χιτώνα της κι έπεσε γυμνή στην αγκαλιά του». Αν δεν ήταν καλλιτέχνημα, θα κατατασσόταν στα πορνογραφήματα. Στη «Θησηίδα» των 9.896 στίχων, δυο αδέλφια μονομαχούν για την καρδιά της Αιμιλίας. Ο νικητής πεθαίνει τραυματισμένος στην αγκαλιά της. Η Αιμιλία τον πενθεί και δέχεται εραστή της τον νικημένο.

Στα 1341, ο Βοκκάκιος γύρισε στη Φλωρεντία. Ο Πετράρχης έφτασε στη Νάπολη δυο μήνες αργότερα. Την άνοιξη, βρισκόταν καλεσμένος στη Ρώμη όπου στεφανώθηκε ως ο μεγαλύτερος των ποιητών. Θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του από πόλη σε πόλη, συνήθως σε διπλωματικές αποστολές. Στα 1370, πήγε για δεύτερη φορά στην Πάδουα.  Εγκαταστάθηκε σε μια έπαυλη, δώδεκα χλμ. από την πόλη. Στις 20 Ιουλίου του 1374, ημέρα των γενεθλίων του, τον βρήκαν σκυμμένο πάνω σε ένα βιβλίο. Είχε πεθάνει διαβάζοντας.

Ο Βοκκάκιος πέθανε ενάμισι χρόνο αργότερα, στις 21 Δεκεμβρίου του 1375. Είκοσι επτά χρόνια πριν, στα 1348, η πανούκλα είχε χτυπήσει την Ευρώπη όλη. Η κόμισα Μαρία, «Μικρή Φλόγα», υπέκυψε στη Νάπολη. Ο Βοκκάκιος επέζησε στη Φλωρεντία. Παράτησε την ποίηση και στράφηκε στον πεζό λόγο. Το αριστούργημά του, «Δεκαήμερο» (Decameron), γράφτηκε αμέσως μετά.

 

Το πονηρό «Δεκαήμερο»

Το «Δεκαήμερο» (Decameron) είναι συλλογή διηγημάτων, στα οποία ο Βοκκάκιος δίνει μια τρομακτική εικόνα της Φλωρεντίας την εποχή της πανούκλας. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα που μύριζε θάνατο, επτά κοπέλες και τρεις νεαροί αποφάσισαν να φύγουν για δέκα μέρες στην εξοχή, μακριά από την αρρωστημένη πόλη. Κάθε μέρα, καθένας και καθεμιά έπρεπε να διηγείται μια ιστορία.

Η ιστορία του σουλτάνου έθιξε τους καλούς χριστιανούς καθώς αποφαίνεται ότι κανένας δεν μπορεί να ξέρει ποια θρησκεία (χριστιανική, μωαμεθανική, ιουδαϊκή) είναι η πιο σωστή. Ο Μελχισεδέκ που κλήθηκε να γνωμοδοτήσει, διηγήθηκε την ιστορία του δαχτυλιδιού του βασιλιά. Σύμφωνα με αυτήν, σε όποιον αφηνόταν ένα δαχτυλίδι κληρονομιά, αυτός γινόταν και ο διάδοχος. Όμως, ένας βασιλιάς δεν ήξερε σε ποιον από τους εξίσου καλούς τρεις γιους του έπρεπε να το αφήσει. Ζήτησε και του έφτιαξαν δυο πανόμοια δαχτυλίδια και άφησε από ένα στον κάθε γιο. Κι όπως κανένας δεν μπορούσε να βρει το σωστό δαχτυλίδι, έτσι και κανένας δεν μπορεί να αποφανθεί, ποια από τις θρησκείες είναι η καλύτερη.

Η ιστορία του Μαζέτο έθιξε τα γυναικεία μοναστήρια. Περιγράφει το πώς ο ήρωας κατέκτησε όλες τις μοναχές μιας μονής. Οι ιστορίες του Τζιπόλα και του Ρινάλντο έθιξαν τα ανδρικά μοναστήρια. Ο Τζιπόλα ήταν καλόγερος και μάζευε χρήματα με την υπόσχεση ότι θα φέρει ένα από τα φτερά του αρχάγγελου Γαβριήλ που «του έπεσε όταν επισκέφτηκε την Παρθένο Μαρία». Ο Ρινάλντο ήταν μοναχός που «ατίμασε» μια παντρεμένη, της οποίας ο σύζυγος το πήρε είδηση κι ανέκραξε: «Μα υπάρχει καλόγερος που να μην κάνει τα ίδια;». Όλες μαζί οι ιστορίες έθιξαν τα χρηστά ήθη της εποχής με το σκαμπρόζικο περιεχόμενό τους. Το «Δεκαήμερο» όμως είναι το πρώτο έντεχνο πεζογράφημα στην ιταλική γλώσσα. Και, κατά πολλούς, ακόμα αξεπέραστο.

 

(Ελεύθερος Τύπος, 4 – 9.2.2013)

Γιατί η ποίηση

Standard

Ο Μανδραγόρας ξεκινώντας έναν κύκλο 7 μηνιαίων, δεύτερη Τρίτη κάθε μήνα, ποιητικών συναντήσεων (13 ΝΟΕΜΒΡΗ 2012, 11 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2012, 8 ΓΕΝΑΡΗ 2013, 12 ΦΛΕΒΑΡΗ 2013, 12 ΜΑΡΤΗ 2013, 9 ΑΠΡΙΛΗ 2013 και 14 ΜΑΗ 2013) με θέμα Γιατί η ποίηση;

σας προσκαλεί την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012 και ώρα 8.30μμ στον Ελεύθερο Κοινωνικό χώρο εκδηλώσεων Νοsotros, Θεμιστοκλέους 66 Εξάρχεια

Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό. Με την ολοκλήρωση των συναντήσεων θα τα πρακτικά θα δημοσιευθούν στο περιοδικό Μανδραγόρας

«Περιβολάκια» ευαίσθητων ψυχών

Standard

Τα Κέντρα Υποδοχής και Θεραπείας των παιδιών με «ειδικές ανάγκες και ειδικές δεξιότητες» κινδυνεύουν με άμεση διακοπή ή με σαφέστατη υποβάθμιση της λειτουργίας τους. Είναι τα κέντρα που υποδέχονται τα πιο ευαίσθητα, τα πιο άδολα, τα πιο ανυπεράσπιστα παιδιά του κόσμου τούτου. Και μαζί και τους γονείς τους. Τους πιο ενοχοποιημένους, τους πιο πονεμένους, τους πιο ανυπεράσπιστους γονείς του κόσμου μας. Και μαζί και τ’ αδέλφια τους. Τα φορτωμένα με ανείπωτο τρόμο γι’ αυτό που ίσως φέρουν άθελά τους, γι’ αυτό που ίσως μεταδώσουν στα παιδιά τους.

Στην ξύλινη γλώσσα της επιστήμης τα παιδιά αυτά υπάγονται στο φάσμα του αυτισμού, της παιδικής ψύχωσης, της δυσαρμονίας της ανάπτυξης, στη νοητική υστέρηση, στις γονιδιακές διαταραχές, στις μεταβολικές και νευρολογικές εγκεφαλοπάθειες. Στην αληθινή γλώσσα των ανθρώπων τα παιδιά αυτά ζουν χωρίς να μπορούν να πουν «ποιά είναι» μέσα σ’ ένα κόσμο που δεν μπορούν να πουν «τι είναι». Απρόσωπα μέσα στην Ατοπία! Μπορείτε έστω και για μια στιγμή να το φανταστείτε; Να το νιώσετε; Ίσως μόνο αν θυμηθείτε τους χειρότερους εφιάλτες σας, εκεί που το σώμα σας είναι νεκροζώντανο, εκεί που ο κόσμος είναι ρευστό γυαλί.

Οι αγωνίες που τους διακινούνται είναι τεράστιες. Οι συμπεριφορές τους, ακραίες. Από το απόλυτο αυτιστικό κλείσιμο στην καταληπτική επιθετικότητα ενάντια στον εαυτό τους ή στο περιβάλλον. Από την απουσία λόγου στο ακατάσχετο παραλήρημα. Από την πλήρη άρνηση τροφής στην ακαταλόγιστη πανφαγία. Από την άρνηση της ζωής στο γράπωμα για «πάντα» στο στήθος. Με δύο λόγια: στο «μη-είναι».

Ενάντια σ’ αυτό το «μη-είναι» αγωνίζεται το αφοσιωμένο προσωπικό κάποιων πρότυπων Κέντρων. Με χίλιους τρόπους: Παρέχοντας σωματικές και συναισθηματικές φροντίδες σαν να ήταν βρέφη για να «ξαναπάρουν» το μονοπάτι της ψυχικής ανάπτυξης. Δημιουργώντας συνθήκες αλληλοεπίδρασης για τη γένεση και την εξέλιξη του λόγου. Εγκαθιστώντας βασικές συναισθηματικές και νοητικές διαδράσεις. Εκπαιδεύοντας στο παιχνίδι, στην αναγνώριση του άλλου ατόμου ως υπαρκτού προσώπου, «στη χαρά να είσαι με τον άλλο, τον διαφορετικό». Το προσωπικό αγωνίζεται, στην ουσία, με Ένα τρόπο: παίρνει μες στην ψυχή του την καταστροφικότητα του «μη-είναι», αντέχει χάρη στις συλλογικές διαδικασίες επιστημονικής συζήτησης και ανάλυσης της παθολογίας τού κάθε παιδιού αλλά και αυτού του ίδιου του προσωπικού, προτείνει ένα εξειδικευμένο θεραπευτικό σχήμα μέσα στο οποίο εμπλέκεται το προσωπικό «με την ψυχή του».

Τα λέω όλα αυτά με λεπτομέρειες για να δείξω ότι τα εξειδικευμένα Κέντρα λειτουργούν με επιτυχία μόνο όταν συγκροτούνται από αφοσιωμένους (για να μην πω «αφιερωμένους» ή «βλαμμένους») επιστήμονες που προέρχονται από διάφορους κλάδους της ψυχοπαθολογίας και της παιδαγωγικής και που, κυρίως, έχουν την επιθυμία να είναι μαζί και να δουλεύουν μαζί. Τους συνέχει και την υπηρετούν μία «κλινική θεωρία» και ένα «θεραπευτικό όραμα». Αυτό γίνεται σεβαστό σ’ όλες τις εξελιγμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπου το κράτος (αναγνωρίζοντας ότι σ’ αυτές ειδικές ζώνες θέλει κανείς να αγωνίζεται με τους συντρόφους του) μελετά, εγκρίνει, χρηματοδοτεί, ελέγχει και αξιολογεί το επιστημονικό πρόγραμμα που το κάθε εξειδικευμένο Κέντρο τού καταθέτει.

Στον αντίποδα της επιστήμης αλλά και της ευρωπαϊκής πρακτικής το ελληνικό κράτος κόβει τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων θεραπείας από τα ειδικά Κέντρα για τα παιδιά της σχολικής ηλικίας (από τα έξι δηλαδή μέχρι τα δεκαπέντε). Λες και τα ειδικά παιδιά στην ηλικία των έξι ετών βρίσκονται ψυχικά και νοητικά στο επίπεδο των «έξι»! Οικονομίστικες πρακτικές (εξαιρετικά αμφίβολου κέρδους στον τελικό λογαριασμό!) που στερούν από τα ειδικά παιδιά τα ουσιαστικότερα χρόνια εντατικής θεραπείας για την οργάνωση της προσωπικότητάς τους. Μικροπολιτικές δήθεν εναντίον του «στιγματισμού» που τα στοιβάζουν στις λεγόμενες «ειδικές τάξεις» ενός ανύπαρχτου και ανεκπαίδευτου προσωπικού, ενός σχολείου ανίκανου να υποδεχθεί και να αφομοιώσει ακόμη και τα φυσιολογικά παιδιά! Και οι γονείς στο κενό! Και τα αδέλφια στο έρεβος!

Στην Ελλάδα υπήρξε, υπάρχει ακόμη αν και χαροπαλεύει λόγω της ασυναρτησίας του Υπουργείου Υγείας, το παράδειγμα του Ελληνικού Κέντρου για τη Θεραπεία του Παιδιού και της Οικογένειας: το «Περιβολάκι». Παράδειγμα που ενέπνευσε και εκπαίδευσε τους πιο ευαισθητοποιημένους στην παιδική ψύχωση έλληνες ψυχοθεραπευτές και ψυχοπαιδαγωγούς τα τελευταία τριάντα χρόνια. Τώρα στερούμενο της καθοριστικής ηλικιακής ζώνης των παιδιών της σχολικής ηλικίας (και των αντιστοίχων πόρων) οδηγείται στη συρρίκνωση ή στο κλείσιμο. Έχουμε ως ελληνικό θεραπευτικό και εκπαιδευτικό σύστημα, ως κοινωνία, την πολυτέλεια για την απώλεια ενός τέτοιου, Ευρωπαϊκά αναγνωρισμένου, Κέντρου;

Ίσως νομίσετε ότι κινούμαι ελιτίστικα υπερασπιζόμενος έναν ψυχαναλυτικού προσανατολισμού χώρο στον οποίο «υπηρετώ» θητεία ολόκληρης ζωής. Δεν είναι έτσι! Στο νου μου είναι παρόντα και αγαπημένα και τα «άλλα Περιβολάκια» που ακούν στα ονόματα Λιθαράκι, Μελία, Ελίζα (το τελευταίο μου «μωρό»), αυτά που έκλεισαν, αυτά που δεν θ’ ανοίξουν…

Και οι «μεγάλες μηχανές» που σέρνουν το βαρύ φορτίο της νοητικής υστέρησης: Η «Θεοτόκος», το «Σικιαρίδειο». Δεν χρειάζονται υπεράσπιση. Αρκεί να έχει επισκεφθεί κανείς μιά φορά τους αργαλιούς της «Θεοτόκου» και να έχει δει τα κομψοτεχνήματα που κάνουν τα παιδιά, αρκεί να έχει πάει μιά φορά στην καλοκαιρινή γιορτή του Σικιαρίδειου και να έχει δει τα παιδιά να παίζουν μουσική και θέατρο, να απαγγέλουν στίχους του Σαίξπηρ, για να κατεβάσει με ντροπή το κεφάλι και να παραδεχθεί πόσο αδικούμε με την υπεροψία μας αυτά τα «καθυστερημένα».

Ας κλείσω παραφράζοντας τον τίτλο του άρθρου του protagon που μου έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το κείμενο:
«Ανοίξτε τα Περιβολάκια των Ευαίσθητων Ψυχών».

*Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής.

Οι Εκλογές του κυρίου Κόυνερ

Standard

 

 

«Το αβοήθητο παιδί»

Ο κ. Κόυνερ μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:
Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τί το βασάνιζε. Να είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πως, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ΄ άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ΄ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ΄ άλλο, είπε ο άνθρωπος· πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.

 

Μικρά Ποιήματα – Μεγάλοι Ποιητές

Standard

 

 

Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος δήλωσε ότι δεν θα παραλάβει το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων που του απονεμήθηκε πρόσφατα, από τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, για το σύνολο του έργου του. Η στάση αυτή του Ντίνου Χριστιανόπουλου δεν είναι σημερινή.

«Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων» που μας άφησαν οι αρχαίοι», έγραφε στο περιοδικό «Διαγώνιος» τεύχος 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979

ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το Κορμί και το Σαράκι

εκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη

 

αφαίρεσε τη νύχτα απ’ τα μάτια σου –

πώς να παλέψω μόνος με τους δυό σας;

μην καταργείτε την υπογεγραμμένη

ιδίως κάτω από το ωμέγα

είναι κρίμα να εκλείψει

η πιο μικρή ασέλγεια

του αλφαβήτου μας

κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι

βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος

και τι δεν κάνατε για να με θάψετε

όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος

το φιλί

ενώνει πιο πολύ

απ’ το κορμί

γι’αυτό το αποφεύγουν

οι πιο πολλοί

http://www.youtube.com/watch?v=PFPkhIdamFU

http://www.youtube.com/watch?v=1Cdpp_YM5vU&feature=related