Category Archives: ελληνική γλώσσα

Γιατί η ποίηση

Standard

Ο Μανδραγόρας ξεκινώντας έναν κύκλο 7 μηνιαίων, δεύτερη Τρίτη κάθε μήνα, ποιητικών συναντήσεων (13 ΝΟΕΜΒΡΗ 2012, 11 ΔΕΚΕΜΒΡΗ 2012, 8 ΓΕΝΑΡΗ 2013, 12 ΦΛΕΒΑΡΗ 2013, 12 ΜΑΡΤΗ 2013, 9 ΑΠΡΙΛΗ 2013 και 14 ΜΑΗ 2013) με θέμα Γιατί η ποίηση;

σας προσκαλεί την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012 και ώρα 8.30μμ στον Ελεύθερο Κοινωνικό χώρο εκδηλώσεων Νοsotros, Θεμιστοκλέους 66 Εξάρχεια

Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό. Με την ολοκλήρωση των συναντήσεων θα τα πρακτικά θα δημοσιευθούν στο περιοδικό Μανδραγόρας

Advertisements

2011 in review

Standard

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2011 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 7,000 times in 2011. If it were a NYC subway train, it would take about 6 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

ΑΔΕΙΑ – ΞΕΚΟΥΡΑΣΗ

Standard

 

Αυτός που έχει ΔΕος, φόβο, ΔΕΙλία, μπρος στο ΔΕΙνό αφεντικό και είναι όλο

ΔΕήσεις, ο ενΔΕής, γίνεται άνθρωπος με την ΑΔΕΙα, γίνεται αΔΕής: άφοβος,

ασφαλής (απο την αΔεή η ΑΔΕια).

Οι λέξεις αυτές :

ΔΕ-ος: φόβος

ΔΕιλία

ΔΕινός

ΔΕηση

ενΔΕής

αΔΕΙα

αΔΕής

είναι ομόρριζες. Παράγονται απο την *δFι. Κατ΄άλλους, απο το δεδFo-ja, δεδFο-α,

δεδFω, παράγεται ο ποιητικός ενεστώς [δείδω] που σημαίνει φοβούμαι. Οι Αττικοί

χρησιμοποιούν τον παρακείμενο δεδοικα με σημασία ενεστώτος.

Δέδοικα λοιπόν και σπανιότερα δέδια, το φοβούμαι. Μετοχή δεδιώς και δεδοικώς

Τα παράγωγα:

δείμα (φόβος), δέος, αδεής(άφοβος), δειλός, δεινός

Ακόμα: δί-νος (περιστροφή), δίεσθαι (σπεύδειν)

σανσκριτικά Di-nas (αυτός που έχει φοβηθεί)

σανσκριτικά Di-jami : σπεύδω, φεύγω, δηλαδή αυτός που φοβάται, ο τρομαγμένος

ο γιομάτος δέος παίρνει άδεια, α-δέ-ος, γίνεται αδεής.

Την άδεια του τη χορηγεί η αρμόδια αρχή,ή το δεινό αφεντικό και γίνεται δί-νος,

στροβιλίζεται και φεύγει, ή είναι φευγάτος ποιητική αδεία

Καλη άδεια, λοιπόν λέμε…Δηλαδή απόβαλε το ΔΕος σου, το φόβο σου και

ξεΚΟΥΡάσου.

ΚΟΥΡαση, είναι το ΚΟΥΡεμα απο το μεσαιωνικό ΚΟΥΡ-άζω: τον τιμωρώ με

ΚΟΥΡά.Τον τάδε τον κούρασαν Μοναχό-διαβάζουμε-τον κούρεψαν. Απο το

κουράζω/κουρεύω.

Ξε-ΚΟΥΡαστος κυριολεκτικά είναι ο ακούρευτος.

Πηγή :Ιστορία μιας λέξης

Νίκος Βαρδιάμπασης

εκδ. Λιβάνη