Category Archives: politik

my tantalized spirit

Standard

This is nothing but dreaming,

Lets us on by this tremulus light!

Lets us bathe in this crystalline light!

Its Sibyllic splendor is beaming with Hope and in Beauty tonight

We safely may trust to its gleaming and be sure it will lead us aright.

Ulalume ,

E.A.POE

«Περιβολάκια» ευαίσθητων ψυχών

Standard

Τα Κέντρα Υποδοχής και Θεραπείας των παιδιών με «ειδικές ανάγκες και ειδικές δεξιότητες» κινδυνεύουν με άμεση διακοπή ή με σαφέστατη υποβάθμιση της λειτουργίας τους. Είναι τα κέντρα που υποδέχονται τα πιο ευαίσθητα, τα πιο άδολα, τα πιο ανυπεράσπιστα παιδιά του κόσμου τούτου. Και μαζί και τους γονείς τους. Τους πιο ενοχοποιημένους, τους πιο πονεμένους, τους πιο ανυπεράσπιστους γονείς του κόσμου μας. Και μαζί και τ’ αδέλφια τους. Τα φορτωμένα με ανείπωτο τρόμο γι’ αυτό που ίσως φέρουν άθελά τους, γι’ αυτό που ίσως μεταδώσουν στα παιδιά τους.

Στην ξύλινη γλώσσα της επιστήμης τα παιδιά αυτά υπάγονται στο φάσμα του αυτισμού, της παιδικής ψύχωσης, της δυσαρμονίας της ανάπτυξης, στη νοητική υστέρηση, στις γονιδιακές διαταραχές, στις μεταβολικές και νευρολογικές εγκεφαλοπάθειες. Στην αληθινή γλώσσα των ανθρώπων τα παιδιά αυτά ζουν χωρίς να μπορούν να πουν «ποιά είναι» μέσα σ’ ένα κόσμο που δεν μπορούν να πουν «τι είναι». Απρόσωπα μέσα στην Ατοπία! Μπορείτε έστω και για μια στιγμή να το φανταστείτε; Να το νιώσετε; Ίσως μόνο αν θυμηθείτε τους χειρότερους εφιάλτες σας, εκεί που το σώμα σας είναι νεκροζώντανο, εκεί που ο κόσμος είναι ρευστό γυαλί.

Οι αγωνίες που τους διακινούνται είναι τεράστιες. Οι συμπεριφορές τους, ακραίες. Από το απόλυτο αυτιστικό κλείσιμο στην καταληπτική επιθετικότητα ενάντια στον εαυτό τους ή στο περιβάλλον. Από την απουσία λόγου στο ακατάσχετο παραλήρημα. Από την πλήρη άρνηση τροφής στην ακαταλόγιστη πανφαγία. Από την άρνηση της ζωής στο γράπωμα για «πάντα» στο στήθος. Με δύο λόγια: στο «μη-είναι».

Ενάντια σ’ αυτό το «μη-είναι» αγωνίζεται το αφοσιωμένο προσωπικό κάποιων πρότυπων Κέντρων. Με χίλιους τρόπους: Παρέχοντας σωματικές και συναισθηματικές φροντίδες σαν να ήταν βρέφη για να «ξαναπάρουν» το μονοπάτι της ψυχικής ανάπτυξης. Δημιουργώντας συνθήκες αλληλοεπίδρασης για τη γένεση και την εξέλιξη του λόγου. Εγκαθιστώντας βασικές συναισθηματικές και νοητικές διαδράσεις. Εκπαιδεύοντας στο παιχνίδι, στην αναγνώριση του άλλου ατόμου ως υπαρκτού προσώπου, «στη χαρά να είσαι με τον άλλο, τον διαφορετικό». Το προσωπικό αγωνίζεται, στην ουσία, με Ένα τρόπο: παίρνει μες στην ψυχή του την καταστροφικότητα του «μη-είναι», αντέχει χάρη στις συλλογικές διαδικασίες επιστημονικής συζήτησης και ανάλυσης της παθολογίας τού κάθε παιδιού αλλά και αυτού του ίδιου του προσωπικού, προτείνει ένα εξειδικευμένο θεραπευτικό σχήμα μέσα στο οποίο εμπλέκεται το προσωπικό «με την ψυχή του».

Τα λέω όλα αυτά με λεπτομέρειες για να δείξω ότι τα εξειδικευμένα Κέντρα λειτουργούν με επιτυχία μόνο όταν συγκροτούνται από αφοσιωμένους (για να μην πω «αφιερωμένους» ή «βλαμμένους») επιστήμονες που προέρχονται από διάφορους κλάδους της ψυχοπαθολογίας και της παιδαγωγικής και που, κυρίως, έχουν την επιθυμία να είναι μαζί και να δουλεύουν μαζί. Τους συνέχει και την υπηρετούν μία «κλινική θεωρία» και ένα «θεραπευτικό όραμα». Αυτό γίνεται σεβαστό σ’ όλες τις εξελιγμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπου το κράτος (αναγνωρίζοντας ότι σ’ αυτές ειδικές ζώνες θέλει κανείς να αγωνίζεται με τους συντρόφους του) μελετά, εγκρίνει, χρηματοδοτεί, ελέγχει και αξιολογεί το επιστημονικό πρόγραμμα που το κάθε εξειδικευμένο Κέντρο τού καταθέτει.

Στον αντίποδα της επιστήμης αλλά και της ευρωπαϊκής πρακτικής το ελληνικό κράτος κόβει τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων θεραπείας από τα ειδικά Κέντρα για τα παιδιά της σχολικής ηλικίας (από τα έξι δηλαδή μέχρι τα δεκαπέντε). Λες και τα ειδικά παιδιά στην ηλικία των έξι ετών βρίσκονται ψυχικά και νοητικά στο επίπεδο των «έξι»! Οικονομίστικες πρακτικές (εξαιρετικά αμφίβολου κέρδους στον τελικό λογαριασμό!) που στερούν από τα ειδικά παιδιά τα ουσιαστικότερα χρόνια εντατικής θεραπείας για την οργάνωση της προσωπικότητάς τους. Μικροπολιτικές δήθεν εναντίον του «στιγματισμού» που τα στοιβάζουν στις λεγόμενες «ειδικές τάξεις» ενός ανύπαρχτου και ανεκπαίδευτου προσωπικού, ενός σχολείου ανίκανου να υποδεχθεί και να αφομοιώσει ακόμη και τα φυσιολογικά παιδιά! Και οι γονείς στο κενό! Και τα αδέλφια στο έρεβος!

Στην Ελλάδα υπήρξε, υπάρχει ακόμη αν και χαροπαλεύει λόγω της ασυναρτησίας του Υπουργείου Υγείας, το παράδειγμα του Ελληνικού Κέντρου για τη Θεραπεία του Παιδιού και της Οικογένειας: το «Περιβολάκι». Παράδειγμα που ενέπνευσε και εκπαίδευσε τους πιο ευαισθητοποιημένους στην παιδική ψύχωση έλληνες ψυχοθεραπευτές και ψυχοπαιδαγωγούς τα τελευταία τριάντα χρόνια. Τώρα στερούμενο της καθοριστικής ηλικιακής ζώνης των παιδιών της σχολικής ηλικίας (και των αντιστοίχων πόρων) οδηγείται στη συρρίκνωση ή στο κλείσιμο. Έχουμε ως ελληνικό θεραπευτικό και εκπαιδευτικό σύστημα, ως κοινωνία, την πολυτέλεια για την απώλεια ενός τέτοιου, Ευρωπαϊκά αναγνωρισμένου, Κέντρου;

Ίσως νομίσετε ότι κινούμαι ελιτίστικα υπερασπιζόμενος έναν ψυχαναλυτικού προσανατολισμού χώρο στον οποίο «υπηρετώ» θητεία ολόκληρης ζωής. Δεν είναι έτσι! Στο νου μου είναι παρόντα και αγαπημένα και τα «άλλα Περιβολάκια» που ακούν στα ονόματα Λιθαράκι, Μελία, Ελίζα (το τελευταίο μου «μωρό»), αυτά που έκλεισαν, αυτά που δεν θ’ ανοίξουν…

Και οι «μεγάλες μηχανές» που σέρνουν το βαρύ φορτίο της νοητικής υστέρησης: Η «Θεοτόκος», το «Σικιαρίδειο». Δεν χρειάζονται υπεράσπιση. Αρκεί να έχει επισκεφθεί κανείς μιά φορά τους αργαλιούς της «Θεοτόκου» και να έχει δει τα κομψοτεχνήματα που κάνουν τα παιδιά, αρκεί να έχει πάει μιά φορά στην καλοκαιρινή γιορτή του Σικιαρίδειου και να έχει δει τα παιδιά να παίζουν μουσική και θέατρο, να απαγγέλουν στίχους του Σαίξπηρ, για να κατεβάσει με ντροπή το κεφάλι και να παραδεχθεί πόσο αδικούμε με την υπεροψία μας αυτά τα «καθυστερημένα».

Ας κλείσω παραφράζοντας τον τίτλο του άρθρου του protagon που μου έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το κείμενο:
«Ανοίξτε τα Περιβολάκια των Ευαίσθητων Ψυχών».

*Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι ψυχίατρος, ψυχαναλυτής.

Οι Εκλογές του κυρίου Κόυνερ

Standard

 

 

«Το αβοήθητο παιδί»

Ο κ. Κόυνερ μιλούσε για την κακή συνήθεια των ανθρώπων να καταπίνουν σιωπηρά την αδικία που τους κάνουν κι αφηγήθηκε τούτη την ιστορία:
Κάποιος περαστικός είδε ένα παιδί να κλαίει και το ρώτησε τί το βασάνιζε. Να είχα δυο γρόσια για να πάω στον κινηματογράφο μα ήρθε ένα αγόρι και άρπαξε το ένα από το χέρι μου, αποκρίθηκε το παιδί κι έδειξε ένα άλλο αγόρι που στεκόταν λίγο πιο πέρα. Καλά, και δε φώναξες βοήθεια; ρώτησε ο άνθρωπος. Πως, φώναξα, είπε το παιδί κι άρχισε τώρα να κλαίει λίγο πιο δυνατά. Και δε σ΄ άκουσε κανένας; ξαναρώτησε τώρα ο άνθρωπος και χάιδεψε στοργικά το παιδί. Όχι, αποκρίθηκε εκείνο κλαίγοντας μ΄ αναφιλητά. Δεν μπορείς να φωνάξεις πιο δυνατά; ρώτησε ο άνθρωπος. Όχι, αποκρίθηκε το παιδί που βλέποντας τον άνθρωπο να χαμογελάει είχε αρχίσει πάλι να ελπίζει. Τότε δώσε μου και τ΄ άλλο, είπε ο άνθρωπος· πήρε και το τελευταίο γρόσι από το χέρι του παιδιού και συνέχισε ξένοιαστος το δρόμο του.

 

2011 in review

Standard

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2011 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

A New York City subway train holds 1,200 people. This blog was viewed about 7,000 times in 2011. If it were a NYC subway train, it would take about 6 trips to carry that many people.

Click here to see the complete report.

«Occupy Wall Street»

Standard

Του Ρίτσαρντ Γουλφ

Το «Καταλαμβάνουμε τη Wall Street» έχει ήδη περάσει τις συνηθισμένες πρόωρες «καταιγίδες». Τα κυρίαρχα μέσα αγνόησαν τη διαμαρτυρία, αλλά αυτό δεν μπόρεσε να τη σταματήσει. Οι παρτιζάνοι της ανισότητας την κορόιδεψαν, ούτε αυτό όμως μπόρεσε να τη σταματήσει. Οι αστυνομικοί υπάλληλοι του καθεστώτος αντέδρασαν υπερβολικά, όμως και αυτό απέτυχε να την ανακόψει – αντίθετα, έριξε λάδι στη φωτιά. Εκατομμύρια άνθρωποι που παρακολουθούσαν είπαν: «Ουάου!». Και τώρα ακόμα περισσότεροι οργανώνουν τοπικές, παράλληλες διαδηλώσεις από τη Βοστώνη ως το Σαν Φρανσίσκο και σε πολλά άλλα μέρη στο ενδιάμεσο.

 

Επιτρέψτε μου να προτείνω στους καταληψίες να αγνοήσουν τις συνηθισμένες επικρίσεις που αντιμετωπίζουν ισχυρά κοινωνικά κινήματα στις πιο πρώιμες φάσεις τους. Ναι, θα μπορούσατε να είστε καλύτερα οργανωμένοι, με πιο προσηλωμένους στόχους, με πιο ξεκάθαρες προτεραιότητες. Όλα αυτά είναι μεν αληθή, αλλά αυτή τη στιγμή είναι άσχετα. Το κλειδί είναι το εξής: αν θέλουμε ένα μαζικό και βαθιά ριζωμένο κοινωνικό κίνημα από τα αριστερά να ξανααναδυθεί και να μετασχηματίσει τις ΗΠΑ, πρέπει να καλωσορίσουμε πολλά διαφορετικά ρεύματα, ανάγκες, επιθυμίες, στόχους, ενέργειες, ενθουσιασμούς που εμπνέουν και στηρίζουν τα κοινωνικά κινήματα. Τώρα είναι η ώρα να τα προσκαλέσουμε, να τα καλωσορίσουμε και να τα συγκεντρώσουμε – με όλη τους την αφθονία και όλη τους τη σύγχυση.

 

Το επόμενο βήμα –και δεν είμαστε ακόμα εκεί– είναι να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα και εκείνο τον οργανισμό που θα το εφαρμόσει. Είναι καλό να μιλάμε γι΄ αυτό τώρα, να προτείνουμε, να συζητάμε και να διαφωνούμε. Είναι, όμως, ανόητο και αυτοκαταστροφικό να θυσιάσουμε την πολύπλευρη ανάπτυξη του κινήματος –που τώρα βρίσκεται μέσα στις δυνατότητές μας– για χάρη του προγράμματος και της οργάνωσης. Η ιστορία της Αριστεράς στις ΗΠΑ έχει στα σκουπίδια της πολλά τέτοια προγράμματα και οργανώσεις χωρίς ένα μαζίκό κίνημα πίσω ή στον πυρήνα τους.

 

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, σε μια προσπάθεια να τιμήσω και να συμβάλω σε αυτό το ιστορικό κίνημα, να προτείνω μια ακόμα διάσταση, ένα επιπλέον στοιχείο στην ατζένα για την κοινωνική αλλαγή. Για να πετύχουμε τους στόχους αυτού του ανανεωμένου κινήματος, πρέπει επιτέλους να αλλάξουμε την οργάνωση της παραγωγής που διατηρεί και αναπαράγει την ανισότητα και την αδικία. Χρειάζεται να αντικαταστήσουμε την αποτυχημένη δομή των επιχειρήσεων, που τώρα φέρνουν κέρδη σε τόσο λίγους, μολύνουν το περιβάλλον απ΄ το οποίο όλοι εξαρτόμαστε και διαφθείρουν το πολιτικό μας σύστημα.

Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος στα χρηματιστήρια και στα συμβούλια των διευθυντών. Η ικανότητα παραγωγής των αγαθών και των υπηρεσιών που χρειαζόμαστε θα έπρεπε να ανήκει στον καθένα – ακριβώς όπως ο αέρας, το νερό, η υγειονομική περίθαλψη και η ασφάλεια, από τα οποία εξαρτόμαστε εξίσου. Χρειάζεται να φέρουμε τη δημοκρατία στις επιχειρήσεις μας. Οι εργαζόμενοι εντός και οι κοινότητες γύρω από τις επιχειρήσεις μπορούν και πρέπει να διαμορφώνουν συλλογικά το πώς οργανώνεται η δουλειά, τι παράγεται και πώς χρησιμοποιούμε τους καρπούς των συλλογικών μας προσπαθειών.

Αν πιστεύουμε πως η δημοκρατία είναι ο καλύτερος τρόπος να κυβερνάμε τις κοινότητές μας, έτσι πρέπει να κυβερνάμε και τους τόπους όπου δουλεύουμε. Η δημοκρατία στην εργασία είναι ένας στόχος που μπορεί να βοηθήσει να οικοδομηθεί αυτό το κίνημα.

Όλοι ξέρουμε πως μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση θα προκαλέσει κραυγές για «σοσιαλισμό» από τις συνήθεις, προβλέψιμες πλευρές. Η κουρασμένη αυτή ρητορική επιζεί ακόμα, μολονότι εδώ και καιρό ο Ψυχρός Πόλεμος που την ενορχήστρωσε ξεθωριάζει από τη μνήμη, όσο γρήγορα εξαφανίζεται και το κοινό για μια τέτοια ρητορική. Στις ΗΠΑ έχουμε καθυστερήσει πολύ μια αυθεντική συζήτηση για το παρόν οικονομικό σύστημα. Ο καπιταλισμός έχει το «ελευθέρας» για πάρα πολύ καιρό.

Είμαστε περήφανοι που επερωτούμε, προκαλούμε, κριτικάρουμε και συζητάμε τον υγειονομικό, εκπαιδευτικό, στρατιωτικό, συγκοινωνιακό και άλλους βασικούς κοινωνικούς θεσμούς. Αμφισβητούμε το κατά πόσο οι παρούσες δομές και λειτουργίες υπηρετούν τις ανάγκες μας. Κάνουμε προσπάθειες ώστε να λειτουργούν καλύτερα. Και έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει. Παρ΄ όλα αυτά, εδώ και δεκαετίες έχουμε αποτύχει να επερωτήσουμε, να προκαλέσουμε, να κριτικάρουμε και να συζητήσουμε με τον ίδιο τρόπο για το οικονομικό μας σύστημα: τον καπιταλισμό. Εξαιτίας ενός ταμπού πο προστάτευε τον καπιταλισμό, το να τον επευφημούμε και να τον γιορτάζουμε έγινε υποχρεωτικό. Η κριτική και οι ερωτήσεις απαγορεύτηκαν ως αιρετικές, άπιστες ή και κάτι χειρότερο. Πίσω από αυτό το προστατευτικό ταμπού, ο καπιταλισμός εκφυλίστηκε σε μια αναποτελεσματική μηχανή παραγωγής ανισοτήτων και κρίσεων, μια κοινωνική καταστροφή που τώρα όλοι φορτωνόμαστε.

Ο καπιταλισμός είναι το πρόβλημα – και η ανεργία, η έλλειψη στέγης, η ανασφάλεια και η λιτότητα που τώρα επιβάλλει παντού είναι το κόστος που πληρώνουμε. Έχουμε τους ανθρώπους, τις ικανότητες και τα εργαλεία να για παράγουμε τα αγαθά και τις υπηρεσίες που χρειαζόμαστε ώστε μια δίκαιη κοινωνία να ευημερήσει. Χρειάζεται απλά να οργανώσουμε διαφορετικά τις παραγωγικές μας μονάδες, να πάμε πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα που δεν υπηρετεί πλέον τις ανάγκες μας.

Η ανθρωπότητα έμαθε να ζει χωρίς βασιλιάδες, αυτοκράτορες και αφεντικά σκλάβων. Βρήκαμε το δρόμο μας προς μια δημοκρατική εναλλακτική λύση, όσο μερικό και ανολοκλήρωτο κι αν παραμένει το δημοκρατικό εγχείρημα. Μπορούμε να φέρουμε δημοκρατία στις επιχειρήσεις μας, μετασχηματίζοντάς τες σε συνεταιρικές ιδιοκτησίες που θα λειτουργούν και θα διοικούνται από δημοκρατικές συνελεύσεις, συντιθέμενες από όλους όσοι δουλεύουν σε αυτές και από όλους τους κατοίκους των κοινοτήτων που έχουν σχέσεις αλληλεξάρτησης με αυτές.

Ας τελειώσω με ένα σλόγκαν: «Οι ΗΠΑ μπορούν καλύτερα από τον εταιρικό καπιταλισμό». Ας είναι αυτή η ιδέα και η συζήτηση που τούτο το ανανεωμένο κίνημα θα αναλάβει να διεξαγάγει. Κάνοντάς το, θα προσφέρει ένα τεράστιο δώρο στις ΗΠΑ και στον κόσμο. Θα διαρρήξει τα ταμπού, υποβάλλοντας επιτέλους τον καπιταλισμό στην κριτική και τις αντιρρήσεις που είχε παρακάμψει για πάρα πολυ καιρό – και με ένα τεράστιο κόστος για όλους μας.

 

Ο Ρίτσαρντ Γουλφ συμμετείχε σε ένα ολοήμερο εργαστήριο στο πλαίσιο της διαμαρτυρίας του Occupy Wall Street, στο Zuccotti Park της Νέας Υόρκης, την Τρίτη 4 Οκτώβρη. Το άρθρο είναι βασισμένο στην παρέμβασή του εκεί.

Πηγή: Guardian
Μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα

The Economist : Ελλάδα μην το κρύβεις!!!

Standard

κάτι να κάνουμε, αν και δεν ξέρουμε τι

Standard

Του SLAVOJ ΖΙΖΕΚ *

Στη Μαδρίτη, στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι, η οργή του λαού μαρτυράει την κοινωνική απόγνωση και τη βαθύτατη επιθυμία για αλλαγή. Ομως, για την ώρα, απουσιάζει η πολιτική στρατηγική η οποία θα επιτρέψει την πραγματοποίηση αυτής της αλλαγής, καθώς και η ελπίδα ότι θα επιτύχει. Μήπως πρέπει να διακινδυνεύσουμε ν’ αφήσουμε να χαθεί αυτή η ευκαιρία, προβάλλοντας ως δικαιολογία το επιχείρημα ότι δεν υφίστανται ακόμα οι συνθήκες για την υλοποίησή της; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε στοίχημα ότι, καμιά φορά, «συμβαίνει το ανέφικτο»;

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων. Τα κινήματα διαμαρτυρίας που ξέσπασαν φέτος στην Ευρώπη ενάντια στις πολιτικές της λιτότητας -στην Ελλάδα και στη Γαλλία κυρίως, αλλά σε μικρότερο βαθμό και στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στην Ισπανία- αποτέλεσαν την αφορμή για να εμφανιστούν δύο σενάρια. Το πρώτο, κατασκευασμένο από την εξουσία και τα μέσα ενημέρωσης, στηρίζεται στην αποπολιτικοποίηση της κρίσης: τα περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις δεν προβάλλονται ως πολιτική επιλογή αλλά ως μια τεχνική απάντηση που πρέπει να δοθεί στις πιεστικές απαιτήσεις που προκαλούν τα χρηματοοικονομικά προβλήματα. Υποστηρίζεται, δε, ότι, εάν επιθυμούμε τη σταθεροποίηση της οικονομίας, πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι. Το άλλο σενάριο, εκείνο που ασπάζονται οι απεργοί και οι διαδηλωτές, θεωρεί ότι τα μέτρα λιτότητας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να ξηλώσει και τα τελευταία απομεινάρια του κράτους πρόνοιας. Στη μία περίπτωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρουσιάζεται ως διαιτητής, ο οποίος επιδιώκει με ζήλο να επιτύχει τον σεβασμό της τάξης και της πειθαρχίας· στη δεύτερη περίπτωση, υποδύεται άλλη μια φορά τον χωροφύλακα του παγκοσμιοποιημένου χρηματοοικονομικού τομέα.

Οσο κι αν κάθε μία από αυτές τις δύο οπτικές εμπεριέχει κάποια ψήγματα αλήθειας, είναι εξίσου απόλυτα λανθασμένες. Είναι προφανές ότι η αμυντική στρατηγική των ευρωπαίων ηγετών δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το τεράστιο έλλειμμα των κρατικών προϋπολογισμών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα δεκάδες δισεκατομμύρια που καταβρόχθισε η διάσωση των τραπεζών, όπως επίσης και το γεγονός ότι οι πιστώσεις που δόθηκαν στην Αθήνα θα χρησιμοποιηθούν κατά κύριο λόγο για την αποπληρωμή του χρέους της στις γερμανικές και στις γαλλικές τράπεζες. Ο μόνος λόγος για τον οποίο χορήγησαν βοήθεια στην Ελλάδα ήταν για να συνδράμουν τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Από την απέναντι πλευρά, η επιχειρηματολογία των δυσαρεστημένων προδίδει άλλη μια φορά την τεράστια φτώχεια της σύγχρονης αριστεράς: δεν περιλαμβάνει κανένα προγραμματικό σκέλος και αρκείται στο να ανάγει σε ζήτημα αρχής την άρνηση της κατάργησης των κοινωνικών κεκτημένων. Η ουτοπία του κοινωνικού κινήματος δεν συνίσταται πλέον στην αλλαγή του συστήματος αλλά στο να πείσει τον εαυτό του ότι το ίδιο το σύστημα μπορεί να συναινέσει στη διατήρηση του κράτους πρόνοιας. Απέναντι στην αμυντική αυτή θέση, μπορεί να προβληθεί μια ένσταση η οποία δύσκολα απορρίπτεται: εάν παραμείνουμε μέσα στα όρια που μας επιβάλλει το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συναινέσουμε στις θυσίες που ζητούνται από τους εργαζόμενους, τους φοιτητές και τους συνταξιούχους.

Ενα πράγμα είναι σίγουρο: μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας κατά τη διάρκεια των οποίων οι δημοσιονομικές περικοπές ήταν περιορισμένες και συνοδεύονταν πάντα από την υπόσχεση ότι μια μέρα θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση, περνάμε τώρα σε μια διαρκή περίοδο έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για μια νέα εποχή, η οποία μας υπόσχεται ολοένα αυστηρότερα προγράμματα λιτότητας, προοδευτικά αυξανόμενες περικοπές στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και των συντάξεων, καθώς επίσης και τη συνεχώς εντεινόμενη επισφάλεια της εργασίας. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, η αριστερά οφείλει να αποδεχθεί μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση: να εξηγήσει ότι η οικονομική κρίση είναι κατ’ αρχήν μια πολιτική κρίση, δηλαδή ότι δεν πρόκειται για κάποια «φυσική» διαδικασία ή νομοτέλεια, καθώς και ότι το υπάρχον σύστημα προκύπτει από μια σειρά αποφάσεων οι οποίες είναι από τη φύση τους πολιτικές. Ταυτόχρονα, η αριστερά δεν πρέπει να ξεχνάει ότι το παρόν σύστημα, για όσο διάστημα παραμένει κανείς μέσα στο πλαίσιο που αυτό ορίζει, υπακούει σε μια λογική η οποία -κακώς- παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος και της οποίας δεν είναι δυνατόν να παραβιαστούν οι κανόνες χωρίς να προκληθεί οικονομική καταστροφή.

Θα ήταν αυταπάτη να ελπίζει κανείς ότι η κρίση που συνεχίζει το καταστροφικό έργο της θα έχει μονάχα περιορισμένες συνέπειες και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής στην πλειονότητα του πληθυσμού. Και το να ποντάρει κανείς μονάχα σε ενδεχόμενες ευνοϊκές περιστάσεις για να μετριάσει τις επιπτώσεις αποτελεί μια πολύ περίεργη αντίληψη περί ριζοσπαστισμού… Βέβαια, αυτό που μας λείπει δεν είναι οι αντικαπιταλιστές. Κατακλυζόμαστε κυριολεκτικά από κατηγορητήρια ενάντια στις φρικαλεότητες του καπιταλισμού: κάθε μέρα εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες δημοσιογραφικές έρευνες, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και βιβλία που επιτυγχάνουν υψηλές πωλήσεις, στα οποία γίνεται λόγος για βιομήχανους που καταστρέφουν το περιβάλλον, για διεφθαρμένους τραπεζίτες που απολαμβάνουν αστρονομικά μπόνους τη στιγμή που οι τράπεζές τους απομυζούν αχόρταγα το κρατικό χρήμα, για προμηθευτές αλυσίδων ένδυσης οι οποίοι απασχολούν μικρά παιδιά τα οποία εργάζονται δώδεκα ώρες την ημέρα.

Κι όμως, όσο αιχμηρή κι αν φαίνεται η λεπίδα των κριτικών, στομώνει αμέσως μόλις βγει από το θηκάρι της, γιατί ποτέ δεν αμφισβητεί το φιλελεύθερο-δημοκρατικό πλαίσιο στο εσωτερικό του οποίου ο καπιταλισμός διεξάγει το καταστροφικό έργο του. Ο στόχος που προβάλλεται, είτε ρητά διατυπωμένος είτε με έμμεσο τρόπο, συνίσταται απαράλλακτα στη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τον έλεγχο του καπιταλισμού (το οποίο θα λειτουργεί κάτω από την πίεση που θα ασκούν τα μέσα ενημέρωσης, ο νομοθέτης ή οι αστυνομικές έρευνες που θα διεξάγονται από έντιμους αστυνομικούς), ενώ δεν αμφισβητούνται ποτέ οι θεσμικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους δικαίου.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η μαρξιστική ανάλυση διατηρεί όλη της τη φρεσκάδα, κι ίσως μάλιστα σήμερα περισσότερο από ποτέ. Για τον Μαρξ, η ελευθερία δεν αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής μέσα στην πολιτική σφαίρα, τουλάχιστον όχι η μορφή της ελευθερίας στην οποία αναφέρονται οι διεθνείς θεσμοί όταν κρίνουν μια χώρα: είναι ελεύθερες οι εκλογές, είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές, υπάρχει σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Το κλειδί της πραγματικής ελευθερίας πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο «απολιτικό» ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων, από την εργασία μέχρι την οικογένεια· σε αυτό το πεδίο, η απαραίτητη αλλαγή δεν είναι δυνατόν να προέλθει από την πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά από την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων μέσα στον μηχανισμό της παραγωγής.

Πράγματι, ποτέ δεν ζητάμε από τους ψηφοφόρους να αποφασίσουν ποιος πρέπει να κατέχει τι, ή να αποφανθούν για τις προδιαγραφές του μάνατζμεντ που θα εφαρμοστούν στον χώρο της εργασίας τους. Είναι ανώφελο να ελπίζουμε ότι η σφαίρα της πολιτικής θα συναινέσει στην επέκταση της δημοκρατίας και σε τομείς οι οποίοι εξοβελίζονται μακριά της, οργανώνοντας, για παράδειγμα, «δημοκρατικές» τράπεζες οι οποίες θα τελούν υπό τον έλεγχο των πολιτών. Σε αυτόν τον τομέα, οι ριζοσπαστικές αλλαγές τοποθετούνται πέρα από τη σφαίρα των νομικών δικαιωμάτων. Read the rest of this entry