Tag Archives: Politics

my tantalized spirit

Standard

This is nothing but dreaming,

Lets us on by this tremulus light!

Lets us bathe in this crystalline light!

Its Sibyllic splendor is beaming with Hope and in Beauty tonight

We safely may trust to its gleaming and be sure it will lead us aright.

Ulalume ,

E.A.POE

ΧΡΕΟΚΡΑΤΙΑ

Standard

The Economist : Ελλάδα μην το κρύβεις!!!

Standard

κάτι να κάνουμε, αν και δεν ξέρουμε τι

Standard

Του SLAVOJ ΖΙΖΕΚ *

Στη Μαδρίτη, στην Αθήνα, στο Βουκουρέστι και στο Παρίσι, η οργή του λαού μαρτυράει την κοινωνική απόγνωση και τη βαθύτατη επιθυμία για αλλαγή. Ομως, για την ώρα, απουσιάζει η πολιτική στρατηγική η οποία θα επιτρέψει την πραγματοποίηση αυτής της αλλαγής, καθώς και η ελπίδα ότι θα επιτύχει. Μήπως πρέπει να διακινδυνεύσουμε ν’ αφήσουμε να χαθεί αυτή η ευκαιρία, προβάλλοντας ως δικαιολογία το επιχείρημα ότι δεν υφίστανται ακόμα οι συνθήκες για την υλοποίησή της; Ή μήπως πρέπει να βάλουμε στοίχημα ότι, καμιά φορά, «συμβαίνει το ανέφικτο»;

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Αριστερά γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Σήμερα τα συνδικάτα αναζητούν την ταυτότητά τους στο πλαίσιο που τίθεται από νέα τάξη πραγμάτων. Τα κινήματα διαμαρτυρίας που ξέσπασαν φέτος στην Ευρώπη ενάντια στις πολιτικές της λιτότητας -στην Ελλάδα και στη Γαλλία κυρίως, αλλά σε μικρότερο βαθμό και στην Ιρλανδία, στην Ιταλία και στην Ισπανία- αποτέλεσαν την αφορμή για να εμφανιστούν δύο σενάρια. Το πρώτο, κατασκευασμένο από την εξουσία και τα μέσα ενημέρωσης, στηρίζεται στην αποπολιτικοποίηση της κρίσης: τα περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις δεν προβάλλονται ως πολιτική επιλογή αλλά ως μια τεχνική απάντηση που πρέπει να δοθεί στις πιεστικές απαιτήσεις που προκαλούν τα χρηματοοικονομικά προβλήματα. Υποστηρίζεται, δε, ότι, εάν επιθυμούμε τη σταθεροποίηση της οικονομίας, πρέπει να σφίξουμε το ζωνάρι. Το άλλο σενάριο, εκείνο που ασπάζονται οι απεργοί και οι διαδηλωτές, θεωρεί ότι τα μέτρα λιτότητας δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εργαλείο που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να ξηλώσει και τα τελευταία απομεινάρια του κράτους πρόνοιας. Στη μία περίπτωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παρουσιάζεται ως διαιτητής, ο οποίος επιδιώκει με ζήλο να επιτύχει τον σεβασμό της τάξης και της πειθαρχίας· στη δεύτερη περίπτωση, υποδύεται άλλη μια φορά τον χωροφύλακα του παγκοσμιοποιημένου χρηματοοικονομικού τομέα.

Οσο κι αν κάθε μία από αυτές τις δύο οπτικές εμπεριέχει κάποια ψήγματα αλήθειας, είναι εξίσου απόλυτα λανθασμένες. Είναι προφανές ότι η αμυντική στρατηγική των ευρωπαίων ηγετών δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το τεράστιο έλλειμμα των κρατικών προϋπολογισμών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στα δεκάδες δισεκατομμύρια που καταβρόχθισε η διάσωση των τραπεζών, όπως επίσης και το γεγονός ότι οι πιστώσεις που δόθηκαν στην Αθήνα θα χρησιμοποιηθούν κατά κύριο λόγο για την αποπληρωμή του χρέους της στις γερμανικές και στις γαλλικές τράπεζες. Ο μόνος λόγος για τον οποίο χορήγησαν βοήθεια στην Ελλάδα ήταν για να συνδράμουν τον ιδιωτικό τραπεζικό τομέα.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ

Από την απέναντι πλευρά, η επιχειρηματολογία των δυσαρεστημένων προδίδει άλλη μια φορά την τεράστια φτώχεια της σύγχρονης αριστεράς: δεν περιλαμβάνει κανένα προγραμματικό σκέλος και αρκείται στο να ανάγει σε ζήτημα αρχής την άρνηση της κατάργησης των κοινωνικών κεκτημένων. Η ουτοπία του κοινωνικού κινήματος δεν συνίσταται πλέον στην αλλαγή του συστήματος αλλά στο να πείσει τον εαυτό του ότι το ίδιο το σύστημα μπορεί να συναινέσει στη διατήρηση του κράτους πρόνοιας. Απέναντι στην αμυντική αυτή θέση, μπορεί να προβληθεί μια ένσταση η οποία δύσκολα απορρίπτεται: εάν παραμείνουμε μέσα στα όρια που μας επιβάλλει το παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, τότε δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συναινέσουμε στις θυσίες που ζητούνται από τους εργαζόμενους, τους φοιτητές και τους συνταξιούχους.

Ενα πράγμα είναι σίγουρο: μετά από δεκαετίες κράτους πρόνοιας κατά τη διάρκεια των οποίων οι δημοσιονομικές περικοπές ήταν περιορισμένες και συνοδεύονταν πάντα από την υπόσχεση ότι μια μέρα θα επιστρέφαμε στην προηγούμενη κατάσταση, περνάμε τώρα σε μια διαρκή περίοδο έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για μια νέα εποχή, η οποία μας υπόσχεται ολοένα αυστηρότερα προγράμματα λιτότητας, προοδευτικά αυξανόμενες περικοπές στους τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης και των συντάξεων, καθώς επίσης και τη συνεχώς εντεινόμενη επισφάλεια της εργασίας. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, η αριστερά οφείλει να αποδεχθεί μια εξαιρετικά δύσκολη πρόκληση: να εξηγήσει ότι η οικονομική κρίση είναι κατ’ αρχήν μια πολιτική κρίση, δηλαδή ότι δεν πρόκειται για κάποια «φυσική» διαδικασία ή νομοτέλεια, καθώς και ότι το υπάρχον σύστημα προκύπτει από μια σειρά αποφάσεων οι οποίες είναι από τη φύση τους πολιτικές. Ταυτόχρονα, η αριστερά δεν πρέπει να ξεχνάει ότι το παρόν σύστημα, για όσο διάστημα παραμένει κανείς μέσα στο πλαίσιο που αυτό ορίζει, υπακούει σε μια λογική η οποία -κακώς- παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος και της οποίας δεν είναι δυνατόν να παραβιαστούν οι κανόνες χωρίς να προκληθεί οικονομική καταστροφή.

Θα ήταν αυταπάτη να ελπίζει κανείς ότι η κρίση που συνεχίζει το καταστροφικό έργο της θα έχει μονάχα περιορισμένες συνέπειες και ότι ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός θα συνεχίσει να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής στην πλειονότητα του πληθυσμού. Και το να ποντάρει κανείς μονάχα σε ενδεχόμενες ευνοϊκές περιστάσεις για να μετριάσει τις επιπτώσεις αποτελεί μια πολύ περίεργη αντίληψη περί ριζοσπαστισμού… Βέβαια, αυτό που μας λείπει δεν είναι οι αντικαπιταλιστές. Κατακλυζόμαστε κυριολεκτικά από κατηγορητήρια ενάντια στις φρικαλεότητες του καπιταλισμού: κάθε μέρα εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες δημοσιογραφικές έρευνες, τηλεοπτικά ρεπορτάζ και βιβλία που επιτυγχάνουν υψηλές πωλήσεις, στα οποία γίνεται λόγος για βιομήχανους που καταστρέφουν το περιβάλλον, για διεφθαρμένους τραπεζίτες που απολαμβάνουν αστρονομικά μπόνους τη στιγμή που οι τράπεζές τους απομυζούν αχόρταγα το κρατικό χρήμα, για προμηθευτές αλυσίδων ένδυσης οι οποίοι απασχολούν μικρά παιδιά τα οποία εργάζονται δώδεκα ώρες την ημέρα.

Κι όμως, όσο αιχμηρή κι αν φαίνεται η λεπίδα των κριτικών, στομώνει αμέσως μόλις βγει από το θηκάρι της, γιατί ποτέ δεν αμφισβητεί το φιλελεύθερο-δημοκρατικό πλαίσιο στο εσωτερικό του οποίου ο καπιταλισμός διεξάγει το καταστροφικό έργο του. Ο στόχος που προβάλλεται, είτε ρητά διατυπωμένος είτε με έμμεσο τρόπο, συνίσταται απαράλλακτα στη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τον έλεγχο του καπιταλισμού (το οποίο θα λειτουργεί κάτω από την πίεση που θα ασκούν τα μέσα ενημέρωσης, ο νομοθέτης ή οι αστυνομικές έρευνες που θα διεξάγονται από έντιμους αστυνομικούς), ενώ δεν αμφισβητούνται ποτέ οι θεσμικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους δικαίου.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

Σε αυτό ακριβώς το σημείο η μαρξιστική ανάλυση διατηρεί όλη της τη φρεσκάδα, κι ίσως μάλιστα σήμερα περισσότερο από ποτέ. Για τον Μαρξ, η ελευθερία δεν αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής μέσα στην πολιτική σφαίρα, τουλάχιστον όχι η μορφή της ελευθερίας στην οποία αναφέρονται οι διεθνείς θεσμοί όταν κρίνουν μια χώρα: είναι ελεύθερες οι εκλογές, είναι ανεξάρτητοι οι δικαστές, υπάρχει σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων; Το κλειδί της πραγματικής ελευθερίας πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στο «απολιτικό» ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων, από την εργασία μέχρι την οικογένεια· σε αυτό το πεδίο, η απαραίτητη αλλαγή δεν είναι δυνατόν να προέλθει από την πολιτική μεταρρύθμιση, αλλά από την αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων μέσα στον μηχανισμό της παραγωγής.

Πράγματι, ποτέ δεν ζητάμε από τους ψηφοφόρους να αποφασίσουν ποιος πρέπει να κατέχει τι, ή να αποφανθούν για τις προδιαγραφές του μάνατζμεντ που θα εφαρμοστούν στον χώρο της εργασίας τους. Είναι ανώφελο να ελπίζουμε ότι η σφαίρα της πολιτικής θα συναινέσει στην επέκταση της δημοκρατίας και σε τομείς οι οποίοι εξοβελίζονται μακριά της, οργανώνοντας, για παράδειγμα, «δημοκρατικές» τράπεζες οι οποίες θα τελούν υπό τον έλεγχο των πολιτών. Σε αυτόν τον τομέα, οι ριζοσπαστικές αλλαγές τοποθετούνται πέρα από τη σφαίρα των νομικών δικαιωμάτων. Read the rest of this entry

Ναι, λεφτά υπάρχουν και, πράγματι, όλοι μαζί τα φάγαμε!

Standard

Τι συμβαίνει τελικά με αυτό το μνημόνιο;
Γιατί τόση οργή απέναντί του;
Γιατί μισούμε το κλιμάκιο της τρόικα;

Αργά και σταθερά, μέσα στους τελευταίους μήνες, η Ελληνική κοινή γνώμη απέκτησε ένα νέο δαίμονα: Το μνημόνιο, την τρόικα και τους εκπροσώπους της.
Μέσα στον ορυμαγδό «έγκυρων» απόψεων από κάθε λογής άσχετους που φέρουν δημόσιο λόγο περί των οικονομικών, διακρίνουμε όλο και πιο συχνά την επιθετική ρητορική με την οποία εγκαλούνται όλοι (πλην αυτών που ερωτούν) για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας.
Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα, η οποία κατοικείται από πολίτες των οποίων το «εγώ» & το «δικό μου συμφέρον» είναι τερατωδώς αναντίστοιχα με την πραγματικότητα.
Παράγουμε λίγα, καταναλώνουμε πολλαπλάσια μέσω δανεισμού και από πάνω νομίζουμε ότι μας χρωστάνε κιόλας.

Έφτασε η ώρα όπου μια συγκυρία χρηματοπιστωτικής κρίσης, η οποία ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, να μας θέσει ενώπιον της αλήθειας.
Το ζητούμενο όμως δεν είναι η συγκυρία που πυροδότησε τη δυσκολία δανεισμού, αλλά η εγγενής προβληματική κατάσταση που υπήρχε στα δημόσια οικονομικά.
Αφού λοιπόν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, και οι δανειστές λειτουργούσαν ως τοκογλύφοι (αυτό συμβαίνει όταν είσαι αφερέγγυος να ξεπληρώσεις) ήρθαμε αντιμέτωποι με το δίλημμα:
Είτε θα βρούμε από κάπου αλλού χρήματα, είτε μισθοί, συντάξεις και πάσης φύσεως πληρωμές δεν μπορούν να γίνουν. Απλό;
Από πού θα βρούμε τα δάνεια όμως;
Βγήκαμε λοιπόν στη γύρα ρωτώντας «αν περισσεύει κανένα φράγκο».
Αφού μοχθήσαμε να στηθεί ο τριμερής μηχανισμός (για να μην μας απομείνει μόνο το θεριό-ΔΝΤ) και αναγκάστηκαν οι υπόλοιποι Ευρωπαϊκοί λαοί μέσω των κοινοβουλίων τους να μας χρηματοδοτήσουν (ενώ εμείς κάναμε και τους δύσκολους στο δικό μας), τέθηκε η εξής απλή προϋπόθεση:
«Στα δίνουμε μεν, τακτοποίησε το μπάχαλο, δε». Παράλογο;

Και αφού πάμε (έστω όπως πάμε) κάπως να τακτοποιηθούμε και παίρνουμε τις δόσεις μας ωραία και καλά, τώρα βλέπουμε το γνωστό έργο να καταγγέλλεται το μνημόνιο (το δανειστικό μας συμβόλαιο δηλαδή) και μάλιστα, όχι μόνο από την «Αριστερά» που ανυπομονεί για μια ωραία ατμόσφαιρα αναταραχής (βλέπε Δεκέμβρης ’08), αλλά και από τη ΝΔ η οποία έφτασε να κάνει και δημοψηφισματικό περί μνημονίου τον χαρακτήρα των τοπικών εκλογών του 2010.
Και δεν είδα κανέναν να κάνει κάποια νύξη για την πόλωση που επιδιώχθηκε με αυτή την τακτική από όλο το πολιτικό φάσμα πλην ΠΑΣΟΚ, παρά μόνο τους ξένισε το δίλημμα του Πρωθυπουργού: «Αφού το εκλογικό κλίμα πάει βάσει αποδοχής του μνημονίου, άμα καταψηφιστώ, πάμε για εθνικές εκλογές».
Έτσι θέλετε; «It’s the economy, stupid!» λοιπόν…
«Η Ελλάδα έχει για πρωθυπουργό έναν μπλοφατζή» είπε στο δελτίο του ΣΚΑΪ με ύφος εξαπατημένης συζύγου η αξιότιμη κα Κατερίνα Ακριβοπούλου.
Συγγνώμη που δε ρώτησε πρώτα εσάς κυρία μου (μεταξύ των λοιπών γκουρού κ.κ. Παπαχελά, Παπαδημητρίου και -βεβαίως- το τοτέμ του υπερ-νεοφιλελευθερισμού κα Ξαφά)…
Και μπλόφα να ήταν, καλά έκανε. Η παγκόσμια πολιτική ιστορία γεμάτη μπλόφες, ρίσκα και τακτικές είναι. Και όποιος ρισκάρει, κερδίζει…
Μέχρι προχτές η Κυβέρνηση κατηγορούνταν γιατί δεν πήρε ευθύς αμέσως τα απαιτούμενα μέτρα.
Αν, λένε, το έκανε δε θα χρειαζόταν να καταφύγει στην τρόικα (ορθότερα: να εφεύρει την τρόικα καθώς δεν υπήρχε μέχρι τότε). Όλα καλά μέχρι εδώ. Μόνο που η Ιρλανδία (με σαφώς πιο υγιή & ανταγωνιστική οικονομία και διψήφιο χρέος) που έπραξε κάτι τέτοιο, είναι κι αυτή στα πρόθυρα του μηχανισμού διάσωσης αυτές τις ώρες. Πού είναι τώρα όλοι αυτοί για να μας πούνε τι έγινε; Ένας να βγει και να πει: «Κύριοι, αυτά που είπα τότε και τότε αποδείχθηκαν ανοησίες».

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο ΓΑΠ έπραξε πολύ σωστά σχετικά με τις αυτοδιοικητικές εκλογές, γιατί εδώ ισχύει η ρήση για τον χωριάτη και το κρεβάτι.
Καλό να λες για τον Καλλικράτη και για τις τοπικές κοινωνίες (παγίως όλες οι κυβερνήσεις μιλάνε στις τοπικές εκλογές για την αυτοδιοίκηση κλπ), αλλά σε μια τόσο κρίσιμη εποχή δεν γίνεται να αφήσεις τους άλλους να κάνουν αντιμνημονιακό πάρτι, να χαϊδεύουν τ’ αφτιά του λαού και μετά -όποτε θελήσουν- να σου επισύρουν ότι δεν έχεις πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα.
Η ΝΔ δε θα ζητούσε εκλογές (ακόμα και 5 μονάδες μπροστά να ήταν) γιατί,
1ο: πιθανόν να τις έχανε αφού θα γίνονταν πιο πολωτικές & με άλλους όρους (σ.σ. το άρθρο γράφτηκε πριν το 2ο γύρο) και,
2ο και σπουδαιότερο: δεν θέλει την κυβέρνηση τώρα που τα πράγματα είναι τόσο δύσκολα, ιδίως όταν η οργάνωση και το ανθρώπινο δυναμικό της ΝΔ είναι για σφαλιάρες (Ο Σαμαράς το ξέρει καλύτερα απ’ όλους).
Άλλωστε, τούτο φάνηκε ευθέως από τις αμήχανες αντιδράσεις της ΝΔ μετά το δίλημμα ΓΑΠ.
Δηλαδή, πιο ήταν το ζητούμενο; Να αρχίσει τον κατήφορο το κυβερνόν κόμμα, να είναι η ΝΔ κυβέρνηση σε αναμονή, και σε 2-3 χρόνια (όχι τώρα) να τσιμπήσει καμιά-δυό τετραετίες αφού οι άλλοι με τέτοια περιοριστική πολιτική θα πιάσουν πάτο.

Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο σοβαρά για να παιχτεί έτσι το πολιτικό παιχνίδι.
Μια κυβέρνηση υπό τις σημερινές συνθήκες πρέπει να έχει μια minimum κοινωνική ανοχή.
Αν προκαλέσεις ή επιταχύνεις τη φθορά της, η συνέπειες θα βαρύνουν τους πάντες.

Τελικώς, το μνημόνιο αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το έχουμε εφεύρει μόνοι μας.
Έπρεπε, τέλος πάντων, να υπάρξει ένα πλάνο συμμαζέματος υπό μια δαμόκλειο σπάθη, αφού στο παρελθόν καμία εξυγιαντική προσπάθεια δεν κατάφερε να βάλει το μαχαίρι στο κόκκαλο, καθώς ήλθε αντιμέτωπη με τα εκάστοτε ατομικά, συντεχνιακά, κλαδικά και όποια άλλα συμφέροντα.
Έπρεπε να έρθει το μνημόνιο για να μάθουμε πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι υπάρχουν;
Για το πόσοι άχρηστοι οργανισμοί πρέπει να καταργηθούν;
Για το ότι οι κλητήρες στο Υπ. Οικονομικών παίρνουν επιδόματα που διπλασιάζουν τους μισθούς τους;
Για το τι και που πληρώνει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους;
Για το πόσα είναι τα χρέη των Δήμων;
Για τα πλαστά οδοιπορικά & εκτός έδρας;
Για τον ιδιωτικό τομέα που είναι κρατικοδίαιτος σε μεγάλο ποσοστό;
Για τις ψεύτικες επιδοτήσεις; Και για πόσα άλλα…
Δεν αντιλέγω ότι υπήρξαν σκληρά μέτρα σε ομάδες του πληθυσμού (πχ συνταξιούχοι) οι οποίες δεν έχουν περιθώρια αντοχής.
Σε άλλους βέβαια περικόπηκαν 200 Ευρώ και σε άλλους 1.500 Ευρώ. Χρειάζεται να πω ποιοι γκρίνιαξαν; Βεβαίως οι δεύτεροι, που η ετήσια σύνταξή τους ανέρχονταν σε πολλαπλάσια νούμερα και κόπηκε αναλογικά.
Αλλά δεν μπορεί και από την άλλη, οι Δικηγόροι, οι Μηχανικοί και πολλοί άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες να δηλώνουν στις εφορίες ψίχουλα κι εγώ να πριμοδοτώ τα προνόμιά τους και το κοινωνικό κράτος για λογαριασμό τους.
Και, να με συγχωρείτε, δεν μπορούμε με τις εισφορές μας να πληρώνουμε πλέον κάποιες κυρίες και τους στρατιωτικούς που συνταξιοδοτήθηκαν από τα 45 χρόνια τους. Κάποτε μπορούσαμε, στο εξής όχι.

Όλες αυτές οι στρεβλώσεις, δημιούργησαν με το πέρασμα των χρόνων, μια απίστευτη φαυλοκρατία, όπου όλα τα χαοτικά συνδεδεμένα μικροσυμφέροντα ημών των ίδιων, μετασχηματίστηκαν σε ένα τεράστιο δίκτυο εξαρτήσεων και υποχρεώσεων. Σε αυτό το δίκτυο, κάποιοι προφανώς ευνοήθηκαν πολύ περισσότερο, κάποιοι λιγότερο.
Αν είχαμε κράτος και ιδιωτικό τομέα (μη ξεχνιόμαστε) της προκοπής, θα είχαμε τα σημερινά προβλήματα; Νομίζω πως όχι.

Λεφτά υπάρχουν κύριοι. Απλά, τα φάγαμε & τα τρώμε (αυτά συν τα δανεικά) με αντιπαραγωγικό τρόπο, όλοι μας συμμέτοχοι στο ίδιο έργο (οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα).
Γιατί παριστάνουμε τις μωρές παρθένες; Τάχα μου ότι είμαστε συνεπείς ως κοινωνία και η άθλια κάστα των πολιτικών, μας κατέστρεψε επειδή δεν έκανε αυτό που έπρεπε; Μάλλον κρύβουμε το κεφάλι στην άμμο, αρνούμενοι να αποδεχτούμε ότι κι εμείς συμμετείχαμε λίγο-πολύ στο χάος.
«Καλά» θα πει κάποιος. «Ο Παπανδρέου ήταν πολιτικός απατεώνας ή άσχετος όταν μιλούσε προεκλογικά;»
Πιστεύω πως σίγουρα ήξερε ότι υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα μπροστά του. Στο debate με τον Καραμανλή, τον ρώτησε ευθέως δύο φορές αν εγγυάται ότι το έλλειμμα ήταν όσο έλεγε (6-7%) χωρίς να λάβει απάντηση. Προφανώς ήξερε ότι πήγαινε για πολύ παραπάνω (φρόντισε για αυτό και ο διοικητής της ΕτΕ 1-2 βδομάδες πριν τις εκλογές), αλλά πιθανότατα δεν είχε γνώση το πόσο αφερέγγυοι ήμασταν ήδη προς τα έξω και ότι δεν υπήρχε καμία διάθεση να δοθεί πίστωση (χρόνου και κεφαλαίων) από τους εξαγριωμένους, με την αναβλητικότητα της χώρας για μεταρρυθμίσεις, εταίρους μας.
Η πραγματική ατμόσφαιρα μάλλον έγινε αντιληπτή στο Νταβός τον Ιανουάριο του 2010, όταν η περιδίνηση είχε ξεκινήσει, με τη χώρα έρμαιο των ελλειμμάτων και του χρέους της, στο έλεος των παιχνιδιών με το Ευρώ και την Ε.Ε. χωρίς πυξίδα… Τα λεφτά μπορεί να υπάρχουν, αλλά χρειαζόμασταν πολλά περισσότερα «εδώ και τώρα»…

Η εκκωφαντικά σιωπηλή εξέγερση της κάλπης

Standard

 Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου

 Ασφαλώς τα αποτελέσματα των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, με τα πολυσήμαντα στοιχεία και τη συνθετότητά τους, χρήζουν ψύχραιμης ανάλυσης, που δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντικείμενο συλλογικών συζητήσεων και προβληματισμών. Σε κάθε περίπτωση, είναι φανερό ότι το εκλογικό αποτέλεσμα διαμόρφωσε μια καινούργια πολιτική πραγματικότητα, με κύρια χαρακτηριστικά τη βαθύτατη κρίση νομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος στο σύνολό του (και της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου ιδιαίτερα) και την ισχυροποίηση ριζοσπαστικών, αντισυστημικών ρευμάτων ενός οργισμένου κοινωνικού σώματος, κυρίως προς τα αριστερά. Η πολύ μεγάλη, για τόσο έντονα πολιτικοποιημένες εκλογές (στις οποίες μάλιστα ο πρωθυπουργός είχε θέσει ζήτημα επιβίωσης της κυβέρνησής του) αποχή, που έφτασε πανελλαδικά το 40% και στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα το 45%, πρέπει να ερμηνευθεί λιγότερο σαν παθητική στάση παραίτησης και περισσότερο σαν καθολική κατακραυγή, που θυμίζει το “que se vayan todos” (να φύγουν όλοι) της Αργεντινής. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το αξιοσημείωτο γεγονός ότι περίπου ένας στους δέκα ψηφοφόρους προσήλθε στις κάλπες για να ρίξει άκυρο ή λευκό, μια στάση «μαχητικής» απόρριψης του πολιτικού προσωπικού στο σύνολό του. Συνολικά, αποχή, λευκό και άκυρο έφτασαν το 50% των ψηφοφόρων. Ένα χρόνο μετά τη σαρωτική εκλογική του νίκη, το ΠΑΣΟΚ υφίσταται ακατάσχετη αιμορραγία, με αποτέλεσμα να ψηφίζεται μόλις από έναν στους τρεις ψηφοφόρους που προσήλθαν στις κάλπες και τη διαφορά του από τη Νέα Δημοκρατία σε πανελλαδική κλίμακα να συρρικνώνεται γύρω στο 2%. Σ’ αυτό το φόντο, η επιλογή του Γ. Παπανδρέου να μην προκηρύξει πρόωρες εκλογές αποτελεί τεκμήριο πολιτικής δειλίας και υποκρισίας- σε αντίθεση με ό,τι δημόσια διακήρυσσε, θα πήγαινε σε εκλογές μόνο αν πίστευε ότι θα κερδίσει για να εξασφαλίσει λευκή επιταγή ενόψει του «δεύτερου μνημόνιου» που έρχεται. Συνολικά, τα κόμματα του δικομματισμού συρρικνώνονται περίπου στο 66% του εκλογικού σώματος. Παρά την πολυδιάσπαση και τα προγραμματικά της ελλείμματα, η κομμουνιστική, ριζοσπαστική και αντικαπιταλιστική Αριστερά ως σύνολο άγγιξαν πανελλαδικά το 20%, γεγονός πρωτοφανές στα χρονικά της χώρας μετά την πτώση της χούντας. Read the rest of this entry

Η είδηση μιας χρεοκοπίας

Standard

Θυμάστε πόσο ωραία ήταν τα πράγματα πριν ακριβώς ένα χρόνο; Η τουλάχιστον έτσι φαινόταν στις εφημερίδες και στα δελτία των οκτώ.

Εντάξει! Υπήρχαν σκάνδαλα. Για πρώτη φορά τέλειωσε απροειδοποίητα μια σύνοδος της Βουλής και το χαρτί θυροκολλήθηκε κυριολεκτικά νύχτα. «Νόμιμο πραξικόπημα» το χαρακτήρισε η εφημερίδα «Έθνος», «Λούφα και παραγραφή» χαριτολόγησε η Ελευθεροτυπία, «Η ΝΔ ξεπλένει καλύτερα» χλεύασε το «Θέμα». Οι πιο σοβαρές είχαν στην πρώτη τους σελίδα πιο θεωρητική προσέγγιση στο θέμα της εβδομάδας. «Κόμματα, όμηροι σκανδάλων» έγραφε στον πρώτο της τίτλο η «Καθημερινή». «Σύγκρουση χωρίς όρια», έλεγε «Το Βήμα».

Υπήρχαν κι άλλες προσεγγίσεις στην επικαιρότητα όπως της Αυριανής που προεξοφλούσε: «Χάνει το παιγνίδι ο Γιώργος». Ή της InPress -μίας από τις πολλές άγνωστες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια- η οποία μας πληροφορούσε «Ακούραστος ο Καραμανλής τον τελευταίο καιρό». Μπορεί να μοιάζει ότι πέρασαν χρόνια, αλλά αυτοί οι τίτλοι βρισκόταν στο περίπτερο ακριβώς πριν ένα χρόνο· στις 10 Μαϊου του 2009.

Πως φτάσαμε λοιπόν σε 365 μέρες στην χρεοκοπία; Και κυρίως γιατί φτάσαμε τόσο ανέμελοι; Και για να το πούμε πιο συντεχνιακά: Πως κατάφεραν τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να χάσουν την μεγαλύτερη είδηση της μεταπολίτευσης;

Read the rest of this entry